Λαθών ετέχθης υπό το σπήλαιον…». Έρχεται αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, απογυμνωμένος από την Θεϊκή Του Δόξα. Και διαλέγει τον τρόπο αυτό με σκοπό να προσεγγίσει και πάλι τον άνθρωπο, σε μια συνάντηση ειρηνική, ήρεμη, και προπάντων ελεύθερη. Διαλέγει τον τρόπο αυτό για να μη συντρίψει η Θεϊκή Του παρουσία την ανθρώπινη υπόσταση. Όχι για να επιβληθεί ως Παντοδύναμος, ούτε για να υπερισχύσει ως Θεός, αλλά για να γίνει κοινωνός του πόνου, της θλίψης, της αγωνίας και της ταλαιπωρίας όλων μας, για να γευτεί μαζί μ΄ εμάς την πίκρα του θανάτου, για να συμμετάσχει μαζί μ΄ εμάς στην «αποκαραδοκία των εθνών», την προσμονή αλλά και την εκπλήρωση της Λύτρωσης. Έρχεται για να μας πει «είμαι εδώ, πιστέψτε με, ενωθείτε μαζί μου, για να ζήσετε την παρουσία της Βασιλείας μου, για να γευτείτε τον Παράδεισο, την ανείπωτη χαρά της κοινωνίας μαζί μου από τώρα, αλλά και αιώνια»! Ποιος άλλος λόγος Τον ώθησε να πάρει «μορφήν δούλου», πέρα από την ανείπωτη αγάπη Του προς τον άνθρωπο; Ποιος άλλος πέρα από την άπειρη ευσπλαγχνία Του; Ποιος εκτός από την ανυπέρβλητη φιλανθρωπία Του; Ή μήπως άλλος από την θέλησή Του να ζήσουμε και πάλι κοντά Του; Γιατί αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός της Γεννήσεως του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού: η αποκατάσταση της αγαπητικής κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Γιατί σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου δεν είναι ο πόνος, η θλίψη, η φθορά και ο θάνατος, αλλά η σύνδεση όλης της κτίσεως, ορατής και αόρατης, υλικής και πνευματικής, έλλογης και μη, με τον Κτίστη και Δημιουργό, η κοινωνία της αγάπης με Αυτόν, η ελεύθερη κοινωνία μαζί Του. Αυτός ήταν ο Παράδεισος, όχι απλά και μόνο κάποιος τόπος κατοικίας του ανθρώπου, αλλά κυρίως ο τρόπος της ζωής του, της κοινωνίας του με τον άλλο και με τον Θεό, της χαράς, της ασφάλειας και της αμεριμνησίας που προσέφερε στον κτιστό άνθρωπο. Έρχεται «λαθών», διακριτικά, αλλά παράλληλα αφήνει τα σημεία της παρουσίας Του, ώστε οι έχοντες ώτα να Τον ακούσουν, οι έχοντες μάτια να Τον δουν, οι έχοντες πόδια να τρέξουν κοντά Του, οι έχοντες χέρια να Τον ψηλαφήσουν, οι έχοντες καρδιά να Τον αισθανθούν, οι έχοντες νου να Τον καταλάβουν, οι έχοντες πίστη να Τον ζήσουν, οι έχοντες ψυχή να Τον γευτούν «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Μυστικά και αθόρυβα προετοίμαζε επί αιώνες το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, την λυτρωτική πραγμάτωση της υποσχέσεώς Του στους εξόριστους του Παραδείσου. Έστειλε τους Προφήτες, για να πουν στους ανθρώπους αυτά που έμελλε να συμβούν. Έστειλε τους Δίκαιους για να τους διδάξει την αλήθεια και την δικαιοσύνη. Έσωσε τον λαό Του από την δοκιμασία της ερήμου, τους έστειλε μάννα εξ ουρανού, τους πότισε ύδωρ εκ πέτρας, τους ανέδειξε νικητές ενάντια στους εχθρούς τους και τους έδωσε τον γραμμένο με το θεϊκό Του χέρι Νόμο, για να τους δείξει ότι είναι μαζί τους και ότι μόνο κοντά Του βρίσκεται η ασφάλεια και η σωτηρία. Γι΄ αυτό και όταν Τον εγκατέλειψαν απέστρεψε την χείρα Του την κραταιά και επέτρεψε την υποταγή τους στα βάρβαρα έθνη, τον εξανδραποδισμό τους, την υποδούλωσή τους, τη θλίψη, τον πόνο και την ταλαιπωρία. Όμως και πάλι δεν τους εγκατέλειψε, κινούμενος από την άπειρη αγάπη Του. Κάθε τους δοκιμασία ήταν παιδαγωγία και την διαδεχόταν περίοδοι χάριτος, καταλλαγής, συμφιλίωσης μαζί Του. Γιατί η πορεία τους αυτή, μέσα από την πίστη και την άρνηση, μέσα από την δοκιμασία και την σωτηρία, μέσα από την αποστασιοποίηση και την επαναπροσέγγιση του Θεού, αποσκοπούσε στην προετοιμασία τους για να δεχτούν αυτοί, αλλά και όλος ο κόσμος, την λυτρωτική Του Ενανθρώπηση. «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε». Πάντοτε όμως ήταν και είναι παρών με τρόπο διακριτικό αλλά και τόσο αδιαμφισβήτητο. Γιατί περισσότερη σημασία από την ηθική αποκατάσταση των πραγμάτων έχει η ελεύθερη κίνηση του ανθρώπου προς Αυτόν, χωρίς εξαναγκασμό, χωρίς την κατάργηση της επιλογής ανάμεσα στην υπακοή ή την άρνηση του θελήματός Του. Είναι παρών σε κάθε στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας και παραμένει πάντοτε «λαθών», χωρίς να επιβάλλει ή να επιβάλλεται. Μήπως δεν λανθάνει ο τρόπος της συλλήψεώς Του, από την Αειπάρθενο Θεοτόκο Μαρία; Ποιος μπορεί να κατανοήσει τον τρόπο της Ενανθρωπήσεώς του; Ποιος μπορεί να φανταστεί το μέγεθος της κενώσεως της Θεϊκής Του φύσεως, προκείμένου όχι απλά να χωρέσει μέσα στην ανθρώπινη υπόσταση και παρουσία, αλλά να προσλάβει, ισότιμα θα λέγαμε, ολόκληρη την ανθρώπινη φύση εκτός αμαρτίας; Ποιος μπορεί να διανοηθεί το πώς η Παρθένος συλλαμβάνει άνευ ανδρός, εκ Πνεύματος Αγίου, τον Θεάνθρωπο Σωτήρα μας;Κι όμως, έτσι έπρεπε να γίνει. Για να αποτελέσει η Σωτηρία έργο όχι μόνο του Θεού, ούτε μόνο του ανθρώπου, αλλά συμφωνία και συνεργασία Θεού και ανθρώπων.

Please follow and like us:

0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *