Ὁ   ἅ γ ι ο ς   Ἀ ν δ ρ έ α ς   Κ ρ ή τ ης



Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης ὑπῆρξε μιά πολύ ἀξιόλογη φυσιογνωμία στήν ἐποχή του κι ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους ποιητές καί ὑμνογράφους μας. Εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ θεσπεσίου Μεγάλου Κανόνος. Ἡ γνώση τοῦ βίου τοῦ μεγάλου τούτου Ἱεράρχη καί ποιητῆ δέν εἶναι ἡ ἀνάλογη μέ τήν ἀξία πού ἔχει καί τή σημασία πού ἀπόχτησε στή λειτουργική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὁ Μέγας Κανών. Καί νά σκεφθεῖ κανείς ὅτι ὑπῆρξε μιά μεγάλη ἐκκλησιαστική μορφή μ᾿ ἕνα ὑπέροχο ποιμαντικό ἔργο καί μιά πλούσια συγγραφική προσφορά!
 Καταγωγή
Γεννήθηκε γύρω στό 660 μ.Χ. στήν ξακουστή Δαμασκό, μία ἀπ᾿ τίς πιό ἀρχαῖες καί μεγάλες πόλεις τῆς Ἀνατολῆς. Ἐδῶ ἔγινε ἡ θαυμαστή ἐπιστροφή τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου. Στήν πόλη τούτη βαπτίστηκε, ἔλαβε τή δωρεά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί ἐκφώνησε τά πρῶτα κηρύγματά του. Γι᾿ αὐτό εἶναι τό καύχημα καί ἡ δόξα της. Ἔδωσε στήν Ἐκκλησία ἕνα «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πράξ. 9,15)· στήν οἰκουμένη ὁλόκληρη «πατέρα καί διδάσκαλον εὐσεβείας». Καί ὁ θεῖος Παῦλος, ὅπως παρατηρεῖ ὁ βιογράφος τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα Μακάριος Μακρῆς, τῆς ἐπιφύλαξε μιά μεγάλη τιμή· «φύειν ἄνδρας ἀγαθούς καί διδασκάλους τῷ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας πληρώματι». ῞Ενας τέτοιος καρπός ἦταν κι ὁ ἱερός Ἀνδρέας.
Ὑπῆρξε γόνος οἰκογένειας πού τή διέκρινε ἡ εὐσέβεια καί τή στόλιζε τό ἄνθος τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Γεώργιος καί ἡ μητέρα του Γρηγορία, «ἄνθρωποι θεοφιλεῖς τε καί κόσμιοι καί ἀρετῆς μᾶλλον ἤ τῆς κάτω κτήσεως πλούτου κομῶντες καί σεμνυνόμενοι». Μέχρι τά ἑπτά του χρόνια ὁ μικρός Ἀνδρέας ἀδυνατοῦσε νά μιλήσει. Ἡ γλώσσα του ἦταν δεμένη. ῞Οταν ὅμως συμπλήρωσε τά ἑπτά χρόνια καί ἦρθε μιά μέρα στόν ναό μέ τούς γονεῖς του γιά νά τελέσουν τή θεία Λειτουργία καί κοινώνησε τό ἄχραντο σῶμα καί αἷμα τοῦ Κυρίου, ἡ γλώσσα του κατά τρόπο θαυμαστό λύθηκε καί ἄρχισε χωρίς καμιά δυσκολία πλέον νά ὁμιλεῖ. Ἐδῶ στή Δαμασκό διδάχτηκε τά πρῶτα γράμματα καί ποτίστηκε μέ τό ἄδολο γάλα τῆς εὐσέβειας, πού πολύ σύντομα ἔγινε πόθος φλογερός πού πυρπόλησε τήν καρδιά του καί τόν παρακινοῦσε ν᾿ ἀφιερώσει τήν ὕπαρξή του στήν ἀγάπη καί τή λατρεία τοῦ Θεοῦ.
 Ἱεροσολυμίτης
Ἡ θερμή αὐτή ἀγάπη του γιά τόν Χριστόν ὁδηγεῖ τά βήματά του σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν περίπου στήν Ἁγία Πόλη. Ἀποφασίζει ν᾿ ἀφιερωθεῖ στόν πανίερο ναό τῆς Ἀναστάσεως. Οἱ γονεῖς του ὄχι μόνο δέν ἀντιδροῦν ἀλλ᾿ ὅπως σημειώνουν οἱ βιογράφοι του, οἱ ἴδιοι τόν προσάγουν γιά νά τόν ἀφιερώσουν. Σημάδι καί τοῦτο τοῦ βάθους τῆς πνευματικότητας τῆς οἰκογένειας τοῦ Ἁγίου, μές στήν ὁποία γεννήθηκε καί μεγάλωσε.
Τά Ἱεροσόλυμα ὑπῆρξαν ὁ τόπος, ὅπου ὁ Ἀνδρέας μορφώθηκε πλατιά καί καλλιεργήθηκε βαθιά. Καί στή θύραθεν παιδεία καί στά θεολογικά γράμματα. Τόν βοηθοῦσαν ἄλλωστε σ᾿ αὐτό τά πολλά πνευματικά χαρίσματα μέ τά ὁποῖα τόν εἶχε προικίσει ὁ Θεός. Ἐκεῖ ἔγινε μοναχός καί ἀνέλαβε καθήκοντα πατριαρχικοῦ νοταρίου (γραμματέα δηλαδή) κοντά στόν πατριάρχη Θεόδωρο. Ἄν καί κυρίως στήν Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε καί ἡ Κρήτη ὑπῆρξε ὁ τόπος τῆς μεγάλης του προσφορᾶς, ἐν τούτοις τό πέρασμά του ἀπό τά Ἱεροσόλυμα τοῦ ἔδωσε τόν τίτλο τοῦ Ἱεροσολυμίτη, πού τόν συνόδευε σ᾿ ὁλόκληρη τή ζωή του καί συνεχίζει νά τόν παρακολουθεῖ καί μετά τήν κοίμησή του.
 Στή Βασιλεύουσα
Γύρω στά 685 μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων χρειάστηκε νά ἐκφράσει ἐγγράφως τήν ὁμολογία πίστεώς της στά ὅσα ἀποφασίστηκαν γύρω ἀπό τίς δύο θελήσεις καί ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδο (680-81) καί νά τήν ἀποστείλει στή Βασιλεύουσα. Στήν ἀποστολή αὐτή τῆς ὁμολογίας χρησιμοποιήθηκε ὁ πατριαρχικός νοτάριος Ἀνδρέας μαζί μέ ἄλλους δύο γέροντες «τῶν τοῦ κλήρου λογάδων»· «τόν προκείμενον ἡμῖν ἄνδρα, τόν ἄξιον τοῦ Θεοῦ δοῦλον, εἰ καί ἐν ἡλικίᾳ νέᾳ ὑπῆρχε, μεγάλως διά τήν σεμνότητα τῶν τρόπων ἐπιλεξάμενοι καί τούτῳ ἐγχειρίσαντες καί ἐμπιστεύσαντες τά τῶν εἰρημένων εὐσεβῶν δογμάτων ἀντίγραφα, ἤγουν τῆς ὀρθῆς αὐτῶν πίστεως τήν ὁμολογίαν, μετά τῶν δύο εὐλαβῶν γερόντων τοῦτον πρός τόν αὐτόν ἀνέπεμψαν βασιλέα».
Ἀπό τήν ἀποστολή αὐτή ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔμελλε νά μήν ἐπιστρέψει ποτέ πίσω στά Ἱεροσόλυμα. Γιά λόγους πού δέν μποροῦμε νά ξέρουμε, ἔμεινε στήν Κωνσταντινούπολη καί ὑπηρέτησε ἐκεῖ τήν Ἐκκλησία. Ἴσως ἀρχικά νά ἐγκαταβίωσε στήν περίφημη μονή τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν, πρός τιμήν τῆς ὁποίας ἀργότερα, ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος, ἔχτισε στήν Κρήτη μεγαλοπρεπή ναό. Χειροτονεῖται διάκονος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί τοῦ ἀνατίθεται ἡ φροντίδα δύο φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, τοῦ «εὐαγοῦς ὀρφανοτροφείου» καί «τῶν Εὐγενείου», στή διοίκηση τῶν ὁποίων ὁ Ἅγιος ἐπέδειξε τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης του καί τίς πολλές ἱκανότητές του. Ἀσφαλῶς στό χρονικό διάστημα τῆς εἰκοσάχρονης παραμονῆς του στήν Κωνσταντινούπολη ὁ ἅγιος Ἀνδρέας διακρίθηκε καί ὡς ρήτορας καί ὡς διδάσκαλος.
 Ἐπίσκοπος
Πολύ γρήγορα τό ἦθος, ἡ πλούσια παιδεία, τό χάρισμα τοῦ λόγου καί ὅλα τ᾿ ἄλλα προσόντα πού διέθετε ὁ Ἅγιος ἔγιναν εὐρύτερα γνωστά. Ἡ φήμη τοῦ ὀνόματός του ἁπλώθηκε παντοῦ. Γι᾿ αὐτό καί γύρω στό 711 ἤ 712 ἐκλέγεται ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ὁ λαός τόν ὑποδέχτηκε μέ θερμές ἐκδηλώσεις τιμῆς καί ἀγάπης.
Τό ποιμαντικό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ὑπῆρξε πλούσιο καί καρποφόρο. Συνδύασε ἄριστα τά θεωρητικά ἐνδιαφέροντα καί τήν ἀγάπη του γιά τήν ποίηση μέ τά πρακτικά ποιμαντικά ζητήματα. ῾Ως ἐπίσκοπος, ὅπως ἀναφέρει ὁ βιογράφος του, «ἔδειξε τό τε μεγαλοφυές αὐτοῦ τῆς ψυχῆς καί τό τῆς ἀρετῆς ἀπαράμιλλον καί τήν τελεωτάτην ἕξιν τῆς ποιμαντικῆς ἐπιστήμης». Τό ἐνδιαφέρον του πρωταρχικά στράφηκε πρός τόν ἱερό κλῆρο. Γνώριζε τό ὕψος τῆς ἱερωσύνης. Εἶχε συνειδητοποιήσει βαθιά τό μεγαλεῖο τῆς ἱερῆς ἀποστολῆς καί τίς εὐθύνες πού συνεπάγεται γιά κείνους πού ἀναδέχονται τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ. ῞Ολα αὐτά προσπάθησε ὄχι μόνο νά τά μεταδώσει μέ τόν λόγο καί τή διδαχή στόν κλῆρο τῆς ἐπισκοπῆς του, ἀλλά καί νά τά ἀκτινοβολήσει μέσα ἀπό τή δική του ἱερατική ζωή καί τό προσωπικό του παράδειγμα.
Ἡ φροντίδα τοῦ ἐπισκόπου ἀγκάλιασε ἀκόμη καί τούς μονάζοντες· «τούς παρθενῶνας καί τά σεμνεῖα ρυθμίζει καί περί βίου νομοθετεῖ μοναχῶν». Ἀπ᾿ τό ἱερό τάγμα τῶν μοναζόντων θά ἐπιλέξει καί τούς ἱερωμένους πού θά ἐγκαταστήσει στόν ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἀνοικοδόμησε.
Τό μεγάλο χρέος κάθε ἐπισκόπου εἶναι ἡ προστασία καί ὁ στηριγμός τοῦ λαοῦ. Ἡ καθοδήγησή του μέ τό φῶς τῆς ἀληθείας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἁγιασμός του μέ τή ζωοποιό χάρη τῶν θείων μυστηρίων. Ἡ διαφύλαξή του ἀπό τή λύμη τῆς αἱρέσεως καί τίς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ. Στό ἱερό τοῦτο χρέος του ὁ ἐπίσκοπος Ἀνδρέας ἀνταποκρίθηκε μ᾿ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς του. ῞Οπως ἀναφέρει ὁ βιογράφος του, «παιδαγωγεῖ τήν νεότητα, συνετίζει τήν πολιάν, τούς ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέφει, τοῖς μετανοοῦσιν ἐγγυᾶται τόν θεῖον ἔλεον, τούς ἀγωνιζομένους ἀλείφει, τοῖς καλῶς τρέχουσιν εὐτονίαν προστίθησιν, ἀμύνει πολεμουμένοις, περιτρεπομένους ὑπανέχει, πίπτοντας ἀνορθοῖ, ὑποστηρίζει τούς ὀκλάζοντας, νικῶντας στεφάνοις λαμπροῖς ἀναδεῖ· γίνεται μέν ἑστῶσιν ἀσφάλεια, τοῖς δέ κειμένοις ἀνάστασις, ἀσθενοῦσι ῥῶσις, ἀθυμοῦσι παραμυθία, ὀλιγωροῦσιν ἀναψυχή, πατήρ ὀρφανῶν, προστάτης χηρῶν, πενήτων ἄσυλος θησαυρός, πεινώντων τροφή, ριγώντων ἐσθής». ῞Οταν τά νότια παράλια τῆς Κρήτης θά δεχτοῦν μεγάλη ἐπιδρομή τῶν Ἀράβων καί ὁ χριστιανικός πληθυσμός θά καταφύγει στό κάστρο «τοῦ Δριμέως», ἀνάμεσά τους θά σταθεῖ καί ὁ ἐπίσκοπος δοκιμάζοντας κι ἐκεῖνος τίς ταλαιπωρίες τοῦ λαοῦ, ἐμψυχώνοντάς τον καί προσευχόμενος θερμά γιά τή σωτηρία του. Ἄλλοτε πάλι, πού εἶχε ἐνσκήψει μεγάλη ἀνομβρία καί ξηρασία στή νῆσο, οἱ θερμές προσευχές τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου ἄνοιξαν τούς οὐρανούς· «τόν συνήθη τῇ γῇ δίδωσιν ὑετόν καί καταψύχει τούς ἐκτακέντας καί τήν μάστιγα ἀναστέλλει τοῦ λιμοῦ».
Ἡ στοργή τοῦ ἐπισκόπου στράφηκε ἀκόμη καί πρός τούς πονεμένους. Γιά χάρη τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ ᾿Ιησοῦ οἰκοδόμησε ἕνα τεράστιο φιλανθρωπικό ἵδρυμα «τόν Ξενῶνα». «Ἔτι τε καί ξενῶνα ἐξ αὐτῶν κρηπίδων ἱδρύεται, ὡς θεραπείαν γεγηρακότων, εἰς ἰατρείαν καί ἄκος νοσούντων, εἰς ξένων καί πενήτων σκέπην τε καί κατανομήν. Οἷς οὐ μόνον δαψιλῶς ἐχορήγει τά πρός χρείαν ἅπασαν καί διατροφήν, τά τοῦ Θεοῦ θείως καί πανσόφως ὁ πάνσοφος ἀνακαλῶν, ἀλλά καί τόν αὐτοῦ Δεσπότην μιμούμενος καί διδάσκαλον, ὡς κἄν τοῖς ἄλλοις ἅπασιν, οἰκείαις τοῖς νοσοῦσι διηκονεῖτο χερσί, λεντίῳ ζωννύμενος καί τοῖς ποσί χεῖρας νίπτων καί κεφαλάς, καί ἕλκη καθαίρων, καί τούς μυδῶντας ἰχῶρας μονονού τῇ γλώττῃ ἀπομάττων καί ἐκμυζῶν. Οὕτως αὐτόν εἷλεν ἡ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον ἀγάπη».
Πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἔτρεφε πολλή ἀγάπη καί βαθιά εὐλάβεια. Τό διαπιστώνουμε ἀπό τούς ὕμνους πού τῆς ἀφιέρωσε. Ἀπό τούς λόγους πού ἐκφώνησε καί τά ἐγκώμια πού ἔπλεξε γιά τό ἅγιο πρόσωπο καί τίς ἑορτές της. Ἔκφραση ἀκόμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης ὑπῆρξε καί ἡ ἀνέγερση μεγαλοπρεποῦς ναοῦ πρός τιμήν τῆς Παναγίας, πού τόν ὀνόμασε Βλαχέρνες· «ναόν ἐκ νέας εὐπρεπῶς ᾠκοδόμησε τῆς Παναχράντου καί πανυμνήτου Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ ἐμψύχου καί ἡγιασμένου τοῦ Θεοῦ Λόγου ναοῦ, Βλαχέρνας τόν τοιοῦτον παρ᾿ αὐτοῦ οἰκοδομηθέντα ναόν ὀνομάσας, ἱερεῖς λειτουργούς ἐκ τοῦ μοναχικοῦ σχήματος ἐν αὐτῷ πρός ὑμνῳδίαν καί δοξολογίαν Θεοῦ θεοπρεπῶς ἐγκαταστήσας, εἰς ἀντίδωρον τῶν μεγαλοδωρεῶν καί ἀντιλήψεων τῶν εἰς αὐτόν παρά τῆς τοῦ Θεοῦ πύλης προελθόντων». Δέν παρέλειψε ἀκόμη νά φροντίσει καί γιά τούς παλαιούς καί «ἠμελημένους» ναούς. Τούς ἐπισκεύασε καί «εὐπρεπῶς αὐτούς κατεκόσμησε» μέ ὅσα ἦταν ἀναγκαῖα γιά τήν ἱερή λειτουργία τους «πλουσίᾳ καί φιλοτίμῳ χειρί».
 Τό τέλος του
«Χρείας καλεσάσης» ὁ σεβάσμιος ἐπίσκοπος Κρήτης μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη. Ποιά ἦταν αὐτή ἡ ἀνάγκη πού τόν ἔφερε στή Βασιλεύουσα δέν γνωρίζουμε. Καί οἱ δύο βιογράφοι του –πολύ μεταγενέστεροι βέβαια– σιωποῦν. Πολλοί ἀπό τούς νεωτέρους ἐρευνητές συσχετίζουν τό ταξίδι του αὐτό μέ τήν εἰκονομαχία πού εἶχε ἤδη ἐκραγεῖ καί τήν εἰκονόφιλη στάση πού ἀσφαλῶς θά ἔλαβε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Στήν Κωνσταντινούπολη πολλοί τόν ὑποδέχτηκαν μέ ἀγάπη καί σεβασμό καί τόν συναναστράφηκαν γιά νά ὠφεληθοῦν πνευματικά· «πολλοί πρός αὐτόν ὠφωλείας χάριν ἀόκνως παρεγίνοντο… τῷ ὑετῷ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ τάς καρδίας καταρδευόμενοι». Ἐδῶ στήν Κωνσταντινούπολη προεῖδε τό τέλος τῆς πρόσκαιρης ζωῆς του καί ὅτι «ἐν τῇ μητροπόλει αὐτοῦ ἔτι ζῶν οὐ μή παραγένηται». Πράγματι. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Κρήτη, ἀπέθανε στήν Ἐρεσσό τῆς νήσου Λέσβου στίς 4 ᾿Ιουλίου τοῦ 740 μ.Χ. καί ἐνταφιάστηκε ἐκεῖ στόν ναό τῆς ἁγίας μάρτυρος Ἀναστασίας. Ἡ καθιέρωσή του ὡς ῾Αγίου ἔγινε ἀρκετά νωρίς, ἄν κρίνουμε ἀπ᾿ τό γεγονός ὅτι τόν Κανόνα τῆς Ἀκολουθίας του συνέταξε ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτός († 845). Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του τήν 4η ᾿Ιουλίου, ἡμέρα τῆς μακάριας κοιμήσεώς του.

Please follow and like us:

0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *