Ψάχνοντας απελπισμένα κάποιο ψήγμα πίστης εν ταις ημέραις ταύταις του κορωνοϊού.
Ο ιός διαλύει ακόμα και τα κύτταρα της πίστης,
της ελπίδας, της αγάπης προς τον πλησίον, της αγάπης προς το Θεό.
Με μικρό ή μεγάλο θ, με μικρό ή μεγάλο απόθεμα υπομονής.
Όλοι ψάχνουμε, ειδικά αυτές τις Άγιες Μέρες,
τον Χριστό με το ελεήμον μειδίαμα, τον Χριστό της Αγάπης.
Ο Χριστός της Αγάπης δεν απαιτεί την πίστη μου.
Δε ζητά μόνο μετάνοιες, πάτερ ημών και γονυκλισίες.
Με αφήνει να στέκομαι όρθιος, να τον βλέπω με πλήρη συνείδηση, ευθεία κι όχι αναγκαστικά σκυμμένος. Δεν εφαρμόζει εξουσία πάνω μου.
Δε φέρει διακριτικά αυτής.
Πιστεύει στην ελεύθερή μου βούληση.
Δεν απαιτεί την παρουσία μου στον οίκο του.
Ούτε παρεξηγείται, αν γράψω το χ με μικρό.
Ο Χριστός της Αγάπης δεν εκδικείται και δεν τρομοκρατεί.
Δεν είναι ανάλγητος τιμωρός, δεν σπέρνει την πανδημία, για να τιμωρήσει τους αμαρτωλούς.
Με θέλει αμαρτωλό, αλλά μεταποιούμενο.
Με ξέρει, ξέρει τη φύση μου.
Αυτός τη δημιούργησε.
Μ’ αγαπά αμαρτωλό, μ’ αγαπά, όπως ένας πατέρας το παιδί του.
Όσα λάθη κι αν κάνω.
Δεν είναι χαιρέκακος με το σφάλμα μου και την κατάντια μου.
Ούτε θα μου επιβάλλει τιμωρία, επειδή δεν ακολουθώ το τυπικό.
Έχω πολλά χρόνια να το ακολουθήσω.
Και δε θα μου το θυμίσει, για να με κάνει να νιώσω άσχημα.
Ο Χριστός της Αγάπης αγαπά και τον Τελώνη.
Εμένα, τον τελώνη, που απορροφημένος από τις βιοτικές μέριμνες,
αδιαφορώ συχνά για τον τυφλό, που περνά δίπλα μου, τον τρελό, που μου μιλάει άσχημα, τον ασθενή, που έχει την ανάγκη μου.
Δε μου το κρατάει, δε μου στέλνει το κακό,
μπας και καταλάβω με τη «ράβδο», δε μου στέλνει ακρίδες και ισχνές αγελάδες.
Αυτόν τον Χριστό ψάχνω.
Που έκλαψε γοερά σε μια στιγμή αδυναμίας για να δείξει ότι είναι και τέλειος άνθρωπος.
Που παρακάλεσε να μην πιει το πικρό ποτήρι.
Που έκανε παρέα την πόρνη και της επέτρεψε να του πλύνει τα πόδια με τα δάκρυά της.
Που συγχώρεσε τον ληστή δίπλα του,
που θα δει με συμπόνια το δάκρυ ενός άθεου στα τελευταία του και θα τον συγχωρέσει.
Που κλείνει τα ώτα σ’ όποιον τον βλασφημά, που δεν τον εκδικείται.
Που έκανε λίμπα από οργή τους πάγκους στο Ναό.
Που είναι κατ’ εικόνα κι ομοίωση με μένα,αλλά αναμάρτητος.
Που γι’ αυτό μπορεί να με κατανοήσει, όταν τον ξεχνώ.
Που μου χτυπά την πόρτα κι ας κάνω συχνά ότι δεν τον ακούω.
Που επιμένει ευγενικά να έρχεται σε μένα, ακόμα κι όταν τον διώχνω με όσα κάνω ή δεν κάνω.
Που απαντά στις σιωπές μου, γιατί τις καταλαβαίνει.
Που μου δίνει το χέρι Του να σηκωθώ όταν λυγίζω από τον πόνο.
Αυτόν τον Χριστό ψάχνω.
Που μου θα μου χτυπήσει την πόρτα της καρδιάς μου ασχέτως και αν θελήσω να μην πάω στον οίκο του,
θα έλθει Εκείνος εν μέσω ημών εκ των κεκλεισμένων θυρών όπως τότε .
Γιατί Αυτός μόνο κρατά την υπόσχεςη Του
«Εγώ ειμί μεθ’ημών,πάσας τας ημέρας της ζωής υμών».

Please follow and like us:
Κατηγορίες: Έλεος

0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *