«Οτι παιδίον εγεννήθη ημίν»
κόσμου σωτήριον, νοσημάτων ιατήριον. δαιμόνων αφανιστήριον,
ειδωλικών ξοάνων και βωμών καταλυτήριον,
θυσιών διαβολικών και βέβηλων κνισσών εξαλειπτήριον,
τυραννικής διαβόλου αποστασίας αλυσοδετήριον αιώνιον.
και καθολικής αναστάσεως νεκρών αρχετήριον.
Ποιός είδε ή άκουσε ποτέ παρόμοιο παιδί να είναι ξαπλωμένο σε φάτνη περιτυλιγμένο με σπάργανα
και να κρατεί στην παλάμη του τα σύμπαντα,
να προσκαλεί στα ύψη το ύδωρ της θαλάσσης και να το διαχέει όπου θέλει,
να αναπαύεται στη φάτνη και συγχρόνως να χρησιμοποιεί σαν όχημα τα χερουβίμ,
να γαλακτοτροφήται από Μητέρα παρθένο και να «εξαποστέλλη πηγάς υδάτων εν φόραγξι»,
να περικρατήται σε παρθενικές αγκάλες και να κρατεί ασφαλώς τα σύμπαντα:
«Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού!»,
όπως αναφωνεί και ο θείος Παύλος.
Ω θαύματος παραδόξου, από τα σύγχρονα και τα παλαιά καινοφανεστέρου.
Ω θείας κηδεμονίας και άκρας συγκαταβάσεως.
Πώς ο απεριόριστος Λόγος και Υιός του Θεού και Πατρός περιορίστηκε εκούσια μέσα στη μορφή του δούλου; Πώς ο κατά φύσιν ασώματος περιεβλήθη με σώμα;
Πώς φάνηκε αυτός που είναι και στους αγγέλους αθέατος;
Πώς ο κτίστης των αθανάτων δυνάμεων καταδέχτηκε να φορέσει σάρκα;
Πώς αυτός που διαθέτει τον ασύγκριτο πλούτο της θεότητος
και χαρίζει τα πλούσια δώρα έφθασε στην έσχατη πτωχεία;
Πράγματι, τί πτωχότερο μπορεί να υπάρξει από το βουστάσιο και τη φάτνη και το σπήλαιο;
Πώς ωράθη παραδόξως ο αόρατος;
Πώς ο Ύψιστος κατέβηκε;
Πώς ο υπερουράνιος ηθέλησε να ζήσει μαζί με εμάς τους χαμηλούς;
Πώς ο περικυκλούμενος από στρατιές λαμπρότατων αγγέλων ήλθε να συναναστραφεί με τους ανθρώπους;
Πώς ο «περιβαλλόμενος φως ως ιμάτιον» περιβάλλεται με σπάργανα ευτελή;
Πώς ο υπερκαθαρός κατήλθε προς εμάς που ευρισκόμεθα στον λάκκο και την σαπρία των ολέθριων παθών;
Για ποιόν λόγο, γιατί έγινε η ασύλληπτος αυτή και πολλή συγκατάβαση;
Είναι βεβαίως φανερό για όσους θέλουν να ερευνήσουν τη δύναμη του μυστηρίου·
θα το διασαφήσω σύντομα χρησιμοποιώντας μία εικόνα.
Όπως κάποιος που έχει πέσει σε λάκκο βαθύτατο και βορβορώδη δεν μπορεί να ανέλθει μόνος του από εκεί, αλλά χρειάζεται κάποιο χέρι από επάνω να τον ανασύρει,
κάτι παρόμοιο έπαθε και η φύση μας·
επωμίστηκε δεινώς με την πτώση στο βόθρο της παραβάσεως και πεσμένη στο λάκκο του Άδη
είχε ανάγκη από κάποιο χέρι πανίσχυρο για να την ανασύρει.
Και επειδή κανενός σύνδουλου χέρι δεν είχε αυτή την ικανότητα,
εκτείνεται από επάνω,
από τα θεία υψώματα «η πανσθενουργός δεξιά» προς τα κάτω,
η οποία, και ως πατρική δεξιά,
όχι μόνο ανείλκυσε από τον λάκκο εκείνο αυτούς που είχαν πέσει,
αλλά και «τω πλήθει της δόξης και της δυνάμεως αυτής συνέτριψε τούς ύπεναντίους»,
όπως έχει γραφεί,
και λαμβάνοντας υπεφυώς τη φύση μας,
η οποία είχε ριφθεί εκεί,
την οδήγησε υψηλά στους ουρανούς και αφού την κάθισε στο θρόνο εκ δεξιών του Πατρός
την αξίωσε να προσκυνείται από όλη την κτίση,
και προσκαλώντας εμάς εκεί έλεγε «ει τις εμοί διακονεί,
εμοί ακολουθείτω, ίνα όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται».
Ομοίως και ο μακάριος Παύλος συνιστά:
«Τα άνω ζητείν,
τα άνω φρονείν,
ένθα κάθηται Χριστός εκ δεξιών του Θεού και Πατρός».

Please follow and like us:

0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *