Μὴ γίνῃς ἄπιστος ἀλλὰ πιστός.
Παραμέρισε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίταξε τὶς καθαρὲς ἀκτῖνες τῆς πίστης.
Γίνου μέσα σὲ ὅλους ἄξιος ἀπόστολος τῆς θεότητάς μου.
Γίνου τέτοιος ὅπως πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ συνάντησε καὶ εἶδε τέτοια ὅπως ἐσύ.
Ὅμοια μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους σὲ κάλεσα,
ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ τίμησα, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς ὁπλίσου.
Ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς εἶδες ὅ,τι εἶδαν,
ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ ἐμπιστεύθηκα σὰ φίλο, ὅλο μου τὸ μυστήριο,
ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς κήρυξε τὴ δύναμή μου.
Μὴν πῶς πάλι, ἀφοῦ μὲ εἶδες μία φορά.
Ἂν δὲ δῶ πάλι στὰ χέρια του τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν δὲ θὰ πιστέψω.
Ὅσο εἶμαι μαζί σας ἄφησε ἐλεύθερη, ὅπως θέλεις, τὴν περιέργειά σου.
Ὅσο ἔχεις δίπλα σου τὸ οὐράνιο κλῆμα ὅλα τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ σταφύλια τοῦ ἐρεύνησε.
Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανούς, ἀπ᾿ ὅπου ἦρθα στὴ γῆ, θ᾿ ἀνεβῶ, ὅπου εἶμαι.
Θ᾿ ἀνεβῶ μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου γιὰ χάρη σὰς κατέβηκα μὲ τὴ θεία μου φύση.
Θ᾿ ἀνεβῶ μ᾿ αὐτό μου τὸ σῶμα, ἂν καὶ χωρὶς αὐτὸ ἦρθα ἀπὸ κεῖ κι ἔμεινα ἐκεῖ πέρα.
Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς κόλπους τοὺς πατρικοὺς μὲ τὴ δική σας φύση,
ἂν καὶ εἶμαι στοὺς κόλπους τοῦ πατέρα.
Τελείωσα τὸ ἔργο μου γιὰ χάρη τοῦ ἔκανα αὐτὴ τὴν πορεία.

Ἀφοῦ ἄγγιξε λοιπὸν ὁ Θωμᾶς τὰ χέρια τοῦ Κυρίου καὶ τὴ θεία πλευρὰ γέμισε ἀπὸ δειλία καὶ ἀπὸ χαρὰ μαζὶ βλέποντας αὐτὰ ποὺ ἐπιθύμησε καὶ ἀμέσως ξεσπᾷ σὲ ὕμνο τοῦ Κυρίου κραυγάζοντας.
Κύριέ μου καὶ Θεέ μου.
Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός.
Σὺ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ φιλάνθρωπος.
Σὺ εἶσαι ξενόφερτος καὶ παράξενος γιατρὸς τῆς πλάσης.
Δὲν κόβεις μὲ τὸ νυστέρι τ᾿ ἄρρωστα μέλῃ, δὲν καῖς μὲ τὴ φωτὰ τὶς πληγές,
δὲν μαζεύεις ἀπ᾿ τὰ βοτάνια τὴν δύναμη τῶν φαρμάκων σου,
δὲ δένεις μὲ ὁρατοὺς ἐπιδέσμους τὶς πληγὲς ποὺ μᾶς ἀφανίζουν.
Διαθέτεις ἀόρατους ἐπιδέσμους ἀγάπης, ποὺ ἀόρατα τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη.
Ἔχεις λόγο ποὺ εἶναι πιὸ κοφτερὸς ἀπὸ τὸ μαχαῖρι.
Ἔχεις λόγο πιὸ δυνατὸ ἀπ᾿ τὴ φωτιά.
Ἔχεις βλέμμα ἀπ᾿ τὸ φάρμακο πιὸ ἁπαλό.
Σὰν δημιουργὸς ἁγιάζεις χωρὶς κόπο τὸ δημιούργημά σου,
σὰν πλάστης χωρὶς νὰ κουραστῇς μεταπλάθεις τὰ πλάσματά σου.
Σὺ κατὰ τὸ θέλημά σου τοὺς λεπροὺς καθάρισες,
τοὺς κουτσούς τους ἔκανες νὰ τρέχουν,
τοὺς παράλυτους νὰ σηκώνουν τὰ κρεβάτια τους,
τοὺς γεννημένους τυφλοὺς τοὺς προστάζεις νὰ πετάξουν μὲ νίψιμο τὸ σκοτάδι.
Ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπ᾿ τὰ δημιουργήματά σου,
μὲ θέλημά σου πιάστηκες ἀπ᾿ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἑβραίους,
τὰ πάντα δέχτηκες γιὰ μένα στὸ σῶμα σου. Ὦ Κύριε καὶ Θεέ μου.

Ἀναγνώρισα τὸν Κύριό μου,
ἀναγνώρισα τὸν ἁλιέα καὶ φύλακά μου,
ἀναγνώρισα τὸ βασιλιὰ καὶ Κύριό μου.
Ὦ Κύριέ μου καὶ Θεέ μου.
Πιστεύω Κύριε στὴν οἰκονομία σου,
πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου,
πιστεύω στὴν ἀνάληψη ἀπὸ μέρους σου τῆς φροντίδας μου,
πιστεύω στὸν προσκυνητό σου σταυρό,
πιστεύω στὰ παθήματα τῆς σάρκας σου,
πιστεύω στὸν τριήμερο θάνατό σου,
πιστεύω στὴν ἀνάστασή σου.
Λοιπὸν δὲν ἔχω πιὰ περιέργεια.
Πιστεύω, δὲν κάνω πιὰ ἔλεγχο.
Πιστεύω, δὲν στήνω πιὰ τὴ ζυγαριὰ τοῦ νοῦ.
Πιστεύω, δὲν ἔχω πιὰ περιέργεια.
Πιστεύω στὰ μάτια μου καὶ στὰ χέρια μου.
Μὲ δίδαξαν αὐτὰ ποὺ εἶδα νὰ μὴν κάνω ἔλεγχο.
Ψηλάφησα κι ἔμαθα νὰ προσκυνῶ ὄχι νὰ φιλονικῶ.
Ἕνα Κύριο καὶ Θεὸ γνωρίζω, τὸν Κύριό μου Χριστό.
Ἂς εἶναι δεδοξασμένος καὶ δυνατὸς στοὺς αἰῶνες.

Please follow and like us:
Κατηγορίες: Χριστός Ανέστη

0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *